ἔκτομον

ἔκτομ-ον, τό,
A black hellebore, Hp.Mul.1.78, Thphr.HP9.10.4, Diocl.Fr.151; but, white hellebore, Ps.-Dsc.4.148.
II ἔκτομος (sc. λίθος), , stone forming interior angle, Rev.Phil.29.240 ([place name] Didyma), 49.6 (ibid.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκτομον — black hellebore neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτόμου — ἔκτομον black hellebore neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκτομα — ἔκτομον black hellebore neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκτομος — η, ο (Α ἔκτομος, ον) 1. ο εκτετμημένος, ο εκτομίας, ο ευνούχος 2. το ουδ. ως ουσ. το έκτομον φυτό φαρμακευτικό με δυσάρεστη οσμή και πικρή γεύση, ελλέβορος ο μέλας ή ο ανατολικός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.